28.4.08

A smile and I am lost for a lifetime (Something's gotten hold of my heart)

Something's gotten hold of my heart
Keeping my soul and my senses apart
Something's gotten into my life
Cutting its way through my dreams like a knife
Turning me up, turning me down
Making me smile, making me frown

In a world that was war
I once lived in a time
That was peace
With no trouble at all
But then you came my way
And a feeling unknown
Shook my heart
And made me want you to stay
All of my nights
And all of my days

I wanna tell you now
Something's gotten hold of my hand
Dragging my soul to a beautiful land
Something's invaded my night
Painting my sleep with a colour so bright
Changing the grey, changing the blue
Scarlet for me, scarlet for you

I've got to know if this is the real thing
I've got to know what's making my heart sing, oh yeah
A smile and I am lost for a lifetime
Each minute spent with you is the right time
Every hour (yeah) every day (yeah)
You touch me and my mind goes astray
And baby yeah, and baby yeah

Something's gotten hold of my hand
Dragging my soul to a beautiful land
Something's gotten into my life
Cutting its way through my dreams like a knife
Turning me up, turning me down
Making me smile, making me frown

In a world that was war
I once lived in a time
That was peace
With no trouble at all

But then you, you, you
Came my way

And a feeling unknown
Shook my heart
And made me want you to stay
All of my nights
And all of my days

Something's gotten hold of my heart
Keeping my soul and my senses apart
Something's invaded my night
Painting my sleep with a colour so bright
Changing the grey, changing the blue
Scarlet for me, scarlet for you


26.4.08

Good Friday

I once fell in love with you
Just because the sky turned from gray Into blue
It was a good friday
The streets were open and empty
No more passion play On st. Nicholas avenue
I believe in st. Nicholas
Its a different type of santa Claus

25.4.08

Να μη φοβάσαι και να γελάς

Πόσο πολλά συναισθήματα μπορεί να αισθανθεί κανείς μέσα σε λίγες μόνο ώρες. Πάει μια βδομάδα που συναντηθήκαμε μετά από πολύ καιρό. Ήταν μια συνάντηση που την ήθελα, μα που την φοβόμουν κιόλας. Στο ζήταγα καιρό, κι ας ήξερα πως θα μου κόβονταν τα γόνατα μόλις σε έβλεπα. Και έτσι και έγινε. Μόλις σας είδα να φτάνετε, νόμισα πως κάποιος είχε βάλει μια κουτάλα μέσα μου , και ανακάτευε τα σωθικά μου. Άργησες να με δεις. Παρακαλαγα να μη με έβλεπες καθόλου. Σε κοίταξα, με κοίταξες, σου κούνησα πρώτος το χέρι, και συ αμέσως μετά, με έκπληξη εσύ, με φόβο εγώ.

Χάθηκα μέσα στο bar, μέχρι που πήρε η Ζ. τηλέφωνο:
-Βγες έξω τώρα.

Έτρεμα. Βγήκα. Δεν μπορούσα να ακολουθήσω τα ίδια μου τα βήματα. Ντρεπόμουν, φοβόμουν, έτρεμα. Δεν ήξερα τι θα άκουγα. Δεν θυμόμουν τίποτα από όλα όσα ήθελα να σου πω. Δεν μπορούσα να σε κοιτάξω, κι όμως ήθελα εκεί μπροστά σε όλο τον κόσμο να σε φιλήσω, να σε σφίξω στην αγκαλιά μου, να μη σε αφήσω ποτέ.

Ξαφνικά βρέθηκες διπλά μου, και άρχισες να μιλάς, να παραληρείς πιο σωστά.

Είχες πιει. Και γω είχα καταπιεί τη γλώσσα μου. Άκουγα μόνο. Όποτε πήγαινα να πω κάτι, έπαιρνες ακόμη πιο πολλή φόρα.

Φοβόμουν. Έτρεμα. Χαιρόμουν. Λυπόμουν. Μετάνιωνα. Βούρκωνα. Ήθελα να γυρίσω το χρόνο πίσω. Να ζητήσω συγγνώμη. Να σε χαστουκίσω. Να σε αγκαλιάσω. Να διορθώσω όλα τα λάθη που είχα κάνει, και που στα έλεγα, για να σου κεντρίσω την προσοχή. Να μην έχω πει στη Ζ. ούτε μια από τις σαχλαμάρες που της είχα πει για να ζηλέψεις. Ήθελα να σε πάρω από το χέρι να φύγουμε, οι δυο μας. Και όμως δεν έκανα τίποτα από όλα αυτά. Καθόμουν απλά και σε άκουγα, σαν κουτάβι που το μαλώνουν, μόνο και μόνο για να σε ακούω. Δεν ήξερα καν αν θα ήταν η τελευταία φορά, που σε έβλεπα, που σε άκουγα να μου μιλάς.

Ήθελα να σου πω όλα αυτά που σκεφτόμουν τόσο καιρό, που τα σχεδίαζα, και όμως δεν έβγαιναν από το στόμα μου οι λέξεις.

Και ύστερα άρχισες να μου δείχνεις φωτογραφίες. Μου έδειξες και τον Γ. Δε ξέρω γιατί το έκανες. Με πόναγες συνέχεια.

Ο κόσμος μας κοίταζε. Οι φίλες σου το έβρισκαν απίστευτα αστείο, αυτό σου το ξέσπασμα. Ντρεπόμουν. Πολύ. Κάποια στιγμή έφυγαν. Και πήρα σειρά. Άρχισα να μιλάω και να λέω, ούτε που θυμάμαι πια τι. Μόνο ότι κράταγα με το ζόρι τα δάκρυα μου. Μόνο αυτό θυμάμαι. Δεν ήθελα να με δεις να κλαίω. Δεν ήθελα να ξέρεις ότι δεν είμαι δυνατός. Ήθελα να σου πω ότι δεν έχω αισθανθεί ποτέ στη ζωή μου έτσι. Χαρούμενος, λυπημένος, εκνευρισμένος, τρομαγμένος, δυνατός, αδύναμος, ένοχος, αδικημένος, ερωτευμένος. Όλα αυτά μαζί. Και άλλα τόσα. Και άλλα τόσα ακόμα.

Δεν είσαι εμμονή. Να το ξέρεις αυτό. Είσαι το πιο γλυκό, και το πιο δυνατό που έχω ζήσει. Και θέλω να το ζήσω μέχρι τέλους.

Την άλλη μέρα χάρηκα τόσο που μου μίλησες, έστω και για να μου πεις να πάμε στο νοσοκομείο. Και χάρηκα ακόμα πιο πολύ όταν δεν πήγαμε, και περπατήσαμε και σου μίλαγα και με άκουγες, και εγώ μίλαγα, μίλαγα συνέχεια.

Ήθελα να σταματήσει ο χρόνος εκεί, στο πλάι των γραμμών του τρένου. Ήθελα να σου σφίξω το χέρι. Να σε κρατήσω στην αγκαλιά μου, να σου πω να μη φοβάσαι τίποτα. Να μη φοβάσαι ούτε εμένα. Ήθελα να αρχίσει να βρέχει και να σταθούμε αγκαλιά σε μια είσοδο πολυκατοικίας. Μέχρι να περάσει η μπόρα. Και να σε πάρει ο ύπνος εκεί στην αγκαλιά μου. Και να προσέχω και την ανάσα μου ακόμα, μη τυχόν και σε ξυπνήσω. Και να μείνουμε έτσι μέχρι το πρωί. Εσύ να κοιμάσαι, και γω να σε προσέχω. Και να ξημερώσει η πιο λαμπρή μέρα, και να σε έχω στην αγκαλιά μου.

Και να ξυπνήσεις και να μη θυμάσαι τίποτα από τους φόβους σου. Να γελάς. Να γελάς, και να με αφήσεις να σε αγαπήσω.

Να μη φοβάσαι και να γελάς
.

12.3.08

Πόσες ώρες

Είναι 11.30, σχεδόν μεσημέρι.
Άλλη μια φορά έσβησαν τα φώτα.
Έξω έχει συννεφιά, βρέχει, όχι βροχή κανονική, κάτι ψιχάλες μόνο.
Έχω ανοίξει διάπλατα τα παντζούρια και τα τζάμια.
Αφήνω το κρύο να μπει, να καταφέρω να μείνω ξύπνιος.
Είναι πολλές μέρες τώρα που δεν θέλω να κοιμάμαι.
Δεν έχω αϋπνίες.
Ίσα ίσα που νυστάζω κιόλας.
Όμως δε θέλω να με πάρει ο ύπνος.
Δεν θέλω να κλείσω τα μάτια μου.
Δεν θέλω να αδειάσει το κεφάλι μου.
Δεν θέλω να ησυχάσω.
Θέλω να παλεύω με τις σκέψεις μου.
Θέλω να με βασανίζουν οι σκέψεις μου
Θέλω να εκραγώ ξαφνικά, και να αρχίσω καθαρός από την αρχή να χτίζω.

Ψέματα.

Δεν θέλω να χτίσω τίποτα.
Δεν πρέπει να χτίσω τίποτα
Αν χτίσω θα φτιάξω τοίχους.
Δεν πρέπει να υπάρχουν τοίχοι.
Δεν θέλω να υπάρχουν τοίχοι.
Θέλω να εκραγώ και να βρεθώ σε ένα λιβάδι
Να περπατάω.
Να ανακαλύψω τα χρώματα, τους ήχους, τις υφές, τις οσμές…
Να ανακαλύψω τα αισθήματα.
Να ανακαλύψω τον κόσμο από την αρχή.
Χωρίς μνήμη
Χωρίς βοήθεια.

Πόσες είναι ακόμα οι ώρες που πρέπει να μείνω ξύπνιος?

11.3.08

Επτά ημέρες περπατάω.........

Τις τελευταίες μέρες, έχω περπατήσει πάρα πολύ, προσπαθώντας να καταφέρω να βάλω σε τάξη όλα αυτά με τα οποία παλεύω, όλα αυτά που έχω αποφασίσει ότι θέλω να με βασανίζουν, να μου πιπιλάνε το μυαλό μου, να με κάνουν να θέλω να μένω ξύπνιος συνέχεια, ενώ το κορμί μου, μου λέει ότι έχει ανάγκη από ύπνο.

Περπάτησα χωρίς νόημα, χωρίς προορισμό, κάνοντας τεράστιους κύκλους, κάνοντας μια διαδρομή της μιας ώρας, διπλάσια πολλές φορές.

Χάζευα τους ανθρώπους που συνάνταγα, κάποιους διακριτικά, κάποιους άλλους εντελώς ασυναίσθητα αδιάκριτα, ενοχλητικά πολλές φορές.

Έβλεπα ζευγάρια ευτυχισμένα στο δρόμο να κρατιούνται από το χέρι, να φιλιούνται σε κάποια γωνιά, και τα κοίταζα με ζήλεια.

Έβλεπα ανθρώπους με σκυμμένο το κεφάλι να περπατάνε κοιτάζοντας τις μύτες των παπουτσιών τους ή τις πλάκες του πεζοδρομίου.

Έβλεπα ανθρώπους το πρωί να βιάζονται, για να μην αργήσουν, και κάποιους άλλους το βράδι να σέρνουν τα βήματα τους, σαν να μην ήθελαν να γυρίσουν στη μοναξιά του σπιτιού τους, και σκεφτόμουν ότι μπορεί και να μη μένουν μόνοι τους.

Κοίταζα ψηλά και έβλεπα φώτα αναμμένα στα παράθυρα, και προσπαθούσα να καταλάβω πως ζει ο ένοικος του σπιτιού. Τι δουλειά κάνει. Γιατί δεν κοιμάται τόσο αργά….

Κοίταζα τα ημιυπόγεια, και έβλεπα πάλι φώτα, και φανταζόμουν ότι εκεί ήταν στοιβαγμένοι πολλοί περισσότεροι από ότι χωράνε. Άνθρωποι που ήρθαν να βρουν το δικό τους αμερικάνικο όνειρο στην Αθήνα, από όλες τις γωνιές του κόσμου.

Προσπαθούσα να κοιτάξω και τι συμβαίνει μέσα στο κεφάλι μου. Πόσο δύσκολο είναι όμως. Ένα κουβάρι μπλεγμένο. Ένας λαβύρινθος αδιάβατος. Πάω μπρος πίσω συνέχεια. Ήξερα τι ήθελα. Δε σου έδωσα να το καταλάβεις. Και ένα βράδι του Οκτώβρη, εκεί στα τελειώματα, μου έδωσες κάτι άλλο. Το πήρα. Μου άρεσε. Μπερδεύτηκα εγώ, μετάνιωσες εσύ. Άρχισα να μην ξέρω τι θέλω. Και ακόμα χειρότερα τις ώρες που ήξερα τι θέλω, δεν ήξερα πώς να το ζητήσω. Άλλο ήθελα, αλλιώς το ζήταγα, και άλλο καταλάβαινες. Μέρα με τη μέρα γινόταν όλο και πιο δύσκολο. Και έφτασε Μάρτης. Εσύ το μόνο που κατάλαβες είναι ότι ήθελα να γίνω η σκιά σου. Έχεις καταλάβει λάθος, και ξέρω πια ότι δε θα έχω ποτέ την ευκαιρία, να σου εξηγήσω. Είναι Τρίτη, και είναι επτά μέρες που σε βλέπω να μπαίνεις στο msn και κρατιέμαι με το ζόρι να μη σου χτυπήσω να σου πω καλημέρα. Να προσπαθήσω να σου εξηγήσω. Να σε ρωτήσω τι κάνεις, πως περνάς. Επτά μέρες περπατάω για βάλω μια τάξη. Τάξη δεν έχει μπει. Θα το παλέψω. Θα περπατάω, και θα προσπαθώ να αναρωτιέμαι, γιατί τρέχουν οι άνθρωποι, γιατί κοιτάνε τις μύτες των παπουτσιών τους, γιατί έχουν φώτα αναμμένα αργά το βράδυ, και πόσοι μένουν σε κάθε διαμέρισμα.

5.3.08

Sally's Song

I sense there`s something in the wind
That feels like tragedy`s at hand
And though I`d like to stand by him
Can`t shake this feeling that I have
The worst is just around the bend

And does he notice my feelings for him?
And will he see how much he means to me?
I think it`s not to be

What will become of my dear friend?
Where will his actions lead us then?
Although I`d like to join the crowd
In their enthusiastic cloud
Try as I may, it doesn`t last

And will we ever end up together?
No, I think not, it`s never to become
For I am not the one