3.6.13

Λυκαβηττός 12.8.2011


Λυκαβηττός 12.8.2011

7.00 το πρωί στο πόδι. Τα μαξιλάρια μούσκεμα από τον ιδρώτα. Νομίζω ότι ακούω κάποιους να παίζουν Πινγκ πονγκ. Δε μπορεί, η ιδέα μου θα είναι πρωί πρωί. Με τρεις ώρες ύπνο, και το κεφάλι να είναι έτοιμο να εκραγεί. Πίνω νερό, και αρχίζω και σκέφτομαι το ταξίδι στο Βερολίνο. Σε 15 ώρες θα είμαι εκεί. Μόνος τελικά, σε μια άγνωστη πόλη, που βρέχει. Μέσα στο μυαλό μου βροχή από μαλακισμένες σκέψεις. Να με βλέπω να ψάχνω McDonalds να φάω. Θα έχει άραγε McDonalds εκεί; Θα μιλάνε αγγλικά; Θα έχει νερό χωρίς μπουρμπουλήθρες; Θα περπατάω, θα περπατάω κι άλλο. Πόσο θα αντέξω. Είμαι αρκετές μέρες νηστικός. Τα πόδια μου τις τελευταίες μέρες δε τα νιώθω. Θα μένω στο δωμάτιο, σκέφτομαι. Θα ξαναρχίσω να γράφω στο Βερολίνο. Πώς θα καπνίζω όμως; Τέσσερις μέρες δε θα μιλήσω σε άνθρωπο; Άντε πες θα ρωτάω τους περαστικούς που είναι τα αξιοθέατα, τα μαγαζιά, τα bars. Ποια αξιοθέατα; Δεν έχω διαβάσει τίποτα για το Βερολίνο. Θα βγάζω φωτογραφίες; Tί; Ψέματα. Θα γυρίσω και δε θα έχω ούτε μια φωτογραφία. Θα είναι σαν να μην έχω κάνει αυτό το ταξίδι. Θα έχω μισήσει αυτή την πόλη όπως μισείς τα μέρη που περνάς στο διάρκεια του στρατού.

Είσαι μαλάκας. Το λιγότερο που μπορώ να πω. Δεν έπρεπε να γίνει έτσι. Έπαιρνα ρίσκο όταν αποφάσισα να σου κάνω το δώρο. Το ήξερα. Όμως έπρεπε να μπει ένα είδος τέλους. Νόμισα ότι ήταν καλή κίνηση, ένα ρουά που θα με βοηθούσε να κερδίσω την παρτίδα. Όμως το μυαλό σου δουλεύει αλήθεια τόσο περίεργα, που πραγματικά δε ξέρω τι έγινε εκεί μέσα αυτές τις 20 μέρες που είχες να το σκεφτείς.

Πρέπει να πάω, πρέπει να μην σου ξαναμιλήσω. Πρέπει να πάω, και να τα αφήσω όλα εκεί πριν γυρίσω. Αλλά 4 μέρες είναι πολλές. Δε μπορώ να μείνω πια 4 μέρες μόνος εκεί. Το έχω μισήσει προκαταβολικά το μέρος αυτό.

Σηκώνομαι, κι άλλο νερό. Το στόμα μου είναι σαν να έχω γλύψει τασάκι. 4 πακέτα χθες. Ντύνομαι γρήγορα και τρέχω στο αμάξι, σε 2 λεπτά είμαι κάτω από το σπίτι σου. Δε καταλαβαίνω γιατί το κάνω. Ξαναγυρίζω. Βγαίνω στη βεράντα. Κοιτάζω τις γύρω πολυκατοικίες. Όλα κλειστά. Δεκαπενταύγουστος στην Αθήνα. Μόνος. Κι ας είσαι 3 δρόμους παραπέρα. Δε ξέρω τι μου γίνεται, τι πρέπει να κάνω, που να πάω.

Τα λόγια σου χθες ήταν μαχαίρια από αυτά που μπαίνουν σε ανοιχτές πληγές και στριφογυρίζουν. «Δεν μπορώ να περάσω 4 μέρες μαζί σου. Θα είμαι διαρκώς σε υπερένταση, μη τυχόν και γίνει κάτι. Δε θέλω να βάλω τον εαυτό μου σε αυτή την διαδικασία. Είμαι σάπιος. Γιατί δε το καταλαβαίνετε. Δεν μπορώ να δώσω. Δε μπορώ να σε δω σαν φίλο.»

Εσύ τα έλεγες. Εγώ προσπαθούσα. Ήμουν κύριος. Δεν εκμεταλλεύτηκα καταστάσεις. Ίσως και να έπρεπε. Ίσως να έπρεπε να το είχα βάλει στα πόδια. Πολλές φορές. Ίσως πρέπει τώρα να φύγω τρέχοντας.Ξαναξαπλώνω στον καναπέ αυτή την φορά. Πού ετοιμάζομαι να πάω. Τρελός είμαι. Είτε μείνω είτε πάω τρελός. Και δω τι θα κάνω... Μήπως να ετοιμαστώ να πάω στο αεροδρόμιο και να περιμένω. Μήπως έρθεις. Και αποφασίζω εκείνη την ώρα. Αν δεν έρθεις όμως, μετά τι. Γιατί το έκανα τόσο δραματικό;

«Είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορείς να μου κάνεις» σου είπα. «Μη το κάνεις αυτό». Γιατί να μην το κάνω, γιατί σε πληγώνει, σε τρομάζει, γιατί. Γιατί θέλεις να έρθεις και φοβάσαι να τα αφήσεις όλα πίσω; Γιατί; Να τα κάνουμε χειρότερα αποκλείεται. Καλύτερα ίσως. Πρέπει να αντιμετωπίζεις τα προβλήματα είχες πει κάποτε, όχι να τα καλύπτεις. Τι κάνεις τώρα εσύ. Προσποιείσαι ότι δεν υπάρχει πρόβλημα. Είσαι μαλάκας. Και γω μαζί, που πίστεψα ότι με αγαπάς, με ένα δικό σου τρόπο αλλά ότι με αγαπάς. Πώς; Με τι τρόπο; Τι είναι; Πες μου τι είναι;

Αναλαμπή. Πρέπει να τα ακυρώσω όλα. Τώρα. Αμέσως. Γάμα τα λεφτά λέω μέσα μου. Δεν είναι ούτε 8.00 ακόμα. Που να πρωτοπάρω; Πρακτορείο, αεροπορικές, τράπεζες, ξενοδοχεία, αυτοκίνητα. Βουνό μου φαίνεται. Χτίζεις ένα όνειρο - σε σαθρά θεμέλια – και αντί να γκρεμιστεί πρέπει να κάτσεις να το γκρεμίσεις μόνος σου. Κομμάτι κομμάτι. 5 sms σε φίλους. Όλα το ίδιο. «Καλημέρες. Ελπίζω να περνάτε τέλεια. Για να μη μείνεις με την αγωνία, το ταξίδι ακυρώθηκε εντελώς.»

22 Αυγούστου 2008 (Γρανάζι – Μακρυγιάννη)

Μόλις είχα γυρίσει από την Σέριφο εδώ και 2 μέρες. Προσπαθούσα να συνέλθω από ένα χειμώνα που με είχε τσακίσει από κάθε άποψη. Θα ξαναέφευγα για την Σητεία, αλλά οικογενειακά θεματάκια με κρατήσαν πίσω. Ήθελα να δω τον Τάσο να μιλήσουμε. Με ηρεμούσε όταν τον άκουγα και με συνέτιζαν οι παρατηρήσεις του. Με ταρακούναγε τρόπο τινά. Νόμιζα ότι θα καθόμασταν σπίτι του, αλλά ήταν με παρέα που ήθελαν έξοδο. Γρανάζι, είπε κάποιος που είναι και κοντά, που να τρέχουμε. Εκεί σε είδα. Άσπρο πουκάμισο, ξεβαμμένα τζηνς και loafers. Παιδάκι. Έλαμπες, φαινόσουν τόσο ξεχωριστός. Με κοίταζες που και που. Πρόσεχα μη μας πάρει χαμπάρι ο τύπος που ήσουν μαζί του. Τι ήθελες μαζί του; Είχα χαθεί στο γέλιο σου, στο βλέμμα σου, στην αύρα που εξέπεμπες. Φαινόσουν τόσο ξένος εκεί Μέσα στη σαπίλα. Δεν ήξερα, ακόμα δεν ξέρω να φλερτάρω αγνώστους. Σε κοίταζα πραγματικά και γω δε ξέρω με τι είδους βλέμμα. Το κατάλαβες νομίζω και ασχολήθηκες τόσο όσο να με αναστατώσεις περισσότερο και να φύγεις με τον τύπο εκείνο. Έλιωσα. Σε ήθελα. Τα χαράματα πια που ξάπλωσα σε έφερα στην φαντασία μου, να γελάς, να με κοιτάζεις και γω να σε γδύνω και να σε έχω αγκαλιά, να σε κοιτάζω να με κοιτάς.
 
Έτσι είχε ξεκινήσει...

18.5.13

Αράχνες

Αράχνες περίεργες. Νομίζω μέσα στο κεφάλι μου πως δεν είναι πια ένας ιστός. Πολλοί ιστοί. Άσπροι όλοι. Μπλεγμένοι ο ένας με τον άλλον. Σαν διαλυμένο κουκούλι. Ζωύφια περπατάνε. Ξαπλώνω. Δεν μπορώ να κλείσω τα μάτια μου πάνω από είκοσι λεπτά. Σηκώνομαι. Είναι 6.30. Δεν πρέπει να πιω. Μπορώ να βάλω τα χέρια μου και να τους διαλύσω. Τους αφήνω ακόμα εκεί. Με ενοχλούν. Δε βλέπω καθαρά. Κι όμως δεν τους καθαρίζω. Η συνήθεια; 2009, ο Πίθηκος του Κάφκα, η Πρίζα, ένα ζευγάρι κάλτσες. Φύγε, μη φεύγεις. 2013 πάλι κάτι κάλτσες. Ένα ζευγάρι γυαλιά. Το σιχάθηκα. Ένα χαμόγελο που εκείνη την ώρα ήθελα να σε χαστουκίσω. Και μετά. Και τώρα ακόμα. Πάρε με είπες. Πάρε εσύ όταν μπορείς.

Πονάω μέρες τώρα σε όλα τα κόκαλά μου. Διαρκώς. Δεν έχω ιδέα τι μπορεί να είναι. Φοβάμαι λίγο. Τι κυνηγάω πια; Ένα ρολό κλειστό. Ένα μισάνοιχτο. Τα φώτα σβηστά. Μετά αναμμένα. Μετά ανοιχτά ρολά. Και τζάμια ανοιχτά. Τα μάτια μου χώνονται όλο και πιο βαθειά. Στο κεφάλι μέσα κι άλλες αράχνες.2010, σπίτι σου, δεν ήξερα τι άκουγα, I went everywhere for you. I even painted my toenails for you. I'm in orbit all the way around you, And I would fall out into the night, Can't go a minute without your ...

Σίγουρα έχει αράχνες μέσα στο κεφάλι μου. Ζωντανές. Περπατάνε, τις νιώθω να μου γαργαλάνε την εσωτερική πλευρά του κρανίου. Θέλω να βρω έναν τρόπο να βάλω το χέρι μου μέσα στο κεφάλι μου. Να το ξύσω μέχρι να ματώσει. Να χωθούν στα νύχια μου μέσα οι αράχνες σκοτωμένες, πολτοποιημένες.

Τόση ώρα και δεν σταματάει. Νόμιζα πως είχε τελειώσει. Ένα ξεκούρδιστο βιολί ήρθε να κάνει παρέα στις αράχνες. Αυγά σπασμένα που τρέχει το ασπράδι παντού σιχαμένο. Και οι αράχνες με γαργαλάνε ακόμα. Ας φύγει κάποιος ή ας σπάσει κάποιος το βιολί. Πρέπει να τελειώσω.

Σήμερα ένοιωσα σαν παιδάκι που πεινάει έξω από μια βιτρίνα με γλυκά ή με ζουμερά κοτόπουλα. Με πήρε από το χέρι. Έλα να πεις γεια. Ήρθα. Είπα γεια. Μετά δεν ήξερα τι άλλο να πω. Μετά είχαν αρχίσει να έρχονται οι αράχνες. Το χαμόγελο με πάγωσε. Έφυγα. Αλλά δεν μπορώ να σηκώσω πια τα πόδια μου να κάνω βήματα. Σαν να έχω μείνει εκεί.

Οι ιστοί νομίζω έχουν αρχίσει να αντικαθιστούν τον εγκέφαλο. Πρέπει να βρω έναν τρόπο να βάλω το χέρι μου μέσα.

12.5.13

A Single Man

Ξαφνικά αυτό που παρακαλούσες γίνεται…

Ξαφνικά ο άνθρωπος που ήταν η έμπνευσή σου, που ξύπναγες και ήταν η πρώτη σου σκέψη, που ξάπλωνες και ήταν στο μυαλό σου, που στοίχειωνε τον ύπνο σου, ξαφνικά σου ζητάει να του δώσεις ξανά το χέρι που κάποτε άπλωνες για να βοηθήσεις.
Θα είναι αρκετά χρόνια…
Επέμενα πως δεν κλωτσάς έναν άνθρωπο που βουλιάζει.
Δίνεις το χέρι λοιπόν.
Δε ξέρεις τι να περιμένεις, τι να ευχηθείς…
Δίνεις το χέρι απλά…
Ακούς ένα ευχαριστώ που έπρεπε να έχεις ακούσει χρόνια πριν…
Κανένα συναίσθημα…
Λίγο πίκρα ίσως…
Ούτε καν παράπονο…
Μια αδιόρατη περιέργεια για την συνέχεια…
Και αρχίζεις μόνος σου την αποκαθήλωση…
Ήρεμα, κομμάτι κομμάτι…
Γκρεμίζεις τον μύθο που εσύ είχες πλάσει…
Δεν έχεις καν την περιέργεια να επεξεργαστείς τα κομμάτια που ξεκρεμάς…
Απλά τα ακουμπάς κάτω, το ένα δίπλα στο άλλο, χωρίς ευλάβεια, απλά με προσοχή…
Με προσοχή μην τυχόν και σαπίσουν περισσότερο…
Δεν έζησες το όνειρο…
Απλά είσαι εκεί τώρα να δεις την συνέχεια, που δεν ξέρεις αν θέλεις να δεις όμως πια…
Σε άκουγα, να μου μιλάς ή να μονολογείς, χθες την ώρα που με είχε πάρει ο ύπνος στην αγκαλιά σου…
Κανένα σκίρτημα…
Τι κυνηγάς…;
Τι ψάχνω…;
Τι είναι όλο αυτό πάλι…;
Έχει αρχίζει και με φοβίζει κάτι, απροσδιόριστο μακρινό ίσως, που δεν έχει σχέση με σένα, εσύ μόνο για κάποιο λόγο ζωντάνεψες τον εφιάλτη…

Ένας, μόνος, μονός, εφιάλτης…

3.2.13

Νομίζω μείον 366

Πότε πέρασε ένας χρόνος. Ολόκληρος. Μικρά διαλείμματα. Έχω ακόμα την έννοια σου. Αλλά πιά δεν ξέρω τι θέλω. Δε ξέρω αν σε θέλω. Θέλω να σε βλέπω μόνο που και που. Και ας μην με βλέπεις εσύ. Να βλέπω ότι είσαι καλά. Οτι είσαι εδώ.

Δε σου μιλάω πια τα βράδια. Σε σκέφτομαι λίγο πριν κοιμηθώ και το πρωί μολίς ανοίξω τα μάτια μου σχεδον πάντα. Γέρασα μέσα σε αυτόν τον χρόνο. Το βλέπω στον καθρέφτη. Μάλλον σταματάτησα να κοιτάζω  τον καθρέφτη για να μην το βλέπω. Λεπτές γραμμες κάτω απο τα μάτια μου. Ασπρα γένια. Δυο βαθιές γραμμές ανάμεσα στα φρύδια μου. Τα μάτια μου νομίζω πια πως έχουν μια διαρκή θολή όψη. 

Περπατάω όμως πιο όρθιος, δε σκύβω, δε καμπουριάζω πια. Είμαι σίγουρος πως το έχεις προσέξει. Κι ας είναι το βάρος πολύ ώρες ώρες. Δε σου κρατάω κακία πια πάντως. Νομίζω. Απλά θέλω να καθομασταν κάπου ήσυχα, ίσως στο Θυμάρι διπλα διπλα και να μην μιλάγαμε, μόνο να ακούγαμε μουσική και να βλέπαμε τη θάλασσα και τα αεροπλάνα.

Με θυμήθηκες και το περιμένα. Χάρηκα, οχι πολύ αλλά χάρηκα. Πάντα χαίρομαι με τις εκπλήξεις και με τα δώρα. Χάρηκα και προχθές που σε είδα. Θα σε πάρω να δεις το μ ουστάκι μου όταν μεγαλώσει είπες. Να πάρεις, και να έρθεις να δεις και το σπίτι σκέφτηκα, δε μίλησα όμως. Δε μιλάω πια. Μπορεί να περασει και ένα ένα σαββατοκύριακο ολόκληρο και να μιλήσω μόνο στην κυρία στο ταμείο του σούπερ μάρκετ.

Σήμερα μαγείρεψα σαν να σε περίμενα. Εφαγα μόνος στην τραπεζαρία. Κρασί δεν ήπια. Δεν πίνω πια όταν είμαι μόνος. Φοβάμαι. Χτύπαγε και το τηλεφώνο. Οχι πολύ αλλά μαλλον με θυμήθηκαν αρκετοί. Δεν απάντησα πάρα σε ελάχιστα. Δεν είχε και νόημα ιδιαίτερο. Μου άρεσε που δεν μιζέριασα. Ήθελα να είχα πάει και καμιά βόλτα, αλλά νύσταζα συνέχεια.

Πήγα όμως γυμναστήριο. Έβλεπα τα παιδιά που συνέλαβαν, στις ειδήσεις όση ώρα έκανα διάδρομο. Δε τα αδικώ. Δε τους θεωρώ κοινούς εγκληματίες. Προσπαθούν να αλλάξουν τον κόσμο. Τον κόσμο που η γενιά μου έφτασε εδώ που είναι. Κενότητα, διρκές κυνήγι του τίποτα, του μάταιου, της ύλης, των ανούσιων θέλω. Και ο κόσμος αντί να πηγαίνει μπροστά να πηγαίνει διαρκώς πιο πίσω. Χθες διπλα στην Χρυσοσπηλιώτισσα εφαγα μια γροθιά γερή στο στομάχι. Μια κυρία καλοβαλμένη σε ένα αναπηρικό καροτσάκι. Τουλάχιστον 70. Πολύ περιποιημένη και μια πιο νέα σαν νοσοκόμα. Η μεγάλη έτρωγε ενα κουλουρη και η αλλή έψαχνε ένα λόφο σκουπιδιών. Το μόνο που παρακάλεσα ήταν να μην είχαν βρει το κουλούρι στα σκουπίδια. Σκεφτηκα να τιε ρωτήσω αν χρειαζόντουσαν κάτι. Ντράπηκα. Αν δεν είχαν ανάγκη σκέφτηκα, θα ήταν σαν να τις προσβάλω. Εφυγα.

Θέλω να περπατάω χωρίς σταματημό, απο όλους τους δρόμους που περπατήσαμε.

Για κάποιο λόγο σταμάτησα να γράφω, και έπεσα πάνω σε αυτό

Στες σκάλες

Την άτιμη την σκάλα σαν κατέβαινα,
από την πόρτα έμπαινες, και μια στιγμή
είδα το άγνωστό σου πρόσωπο και με είδες.
Έπειτα κρύφθηκα να μη με ξαναδείς, και συ
πέρασες γρήγορα το πρόσωπό σου κρύβοντας,
και χώθηκες στο άτιμο το σπίτι μέσα
όπου την ηδονή δεν θά 'βρες, καθώς δεν την βρήκα.

Κι όμως τον έρωτα που ήθελες τον είχα να σ' τον δώσω·
τον έρωτα που ήθελα — τα μάτια σου με το 'παν
τα κουρασμένα και ύποπτα — είχες να με τον δώσεις.
Τα σώματά μας αισθανθήκαν και γυρεύονταν·
το αίμα και το δέρμα μας ενόησαν.
Aλλά κρυφθήκαμε κ' οι δυο μας ταραγμένοι.

(Από τα «Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923» Κωνσταντίνος Καβάφης, Ίκαρος 1993)

Μια αγκαλιά σου σφιχτή, να νιώσω την καρδιά σου στο στέρνο μου. Την ανάσα σου στον λαιμό μου. Το σφίξιμό σου στο μπράτσο μου.

Χτυπάει ένας συναγερμός από το πρώι. Η Nina Simone τον σκεπάζει. Lilac Wine. Θα βάλω να πιω, να είναι το πρωί το στόμα μου στεγνό και ξερό. Και κόκκινο. Θέλω να σε δω αποψε στον ύπνο μου. Θέλω να καταφέρω να με δεις και συ. Αλλά να μην είναι στοιχιωμένα τα ονειρα κανενός μας.

28.4.12

φοβάμαι or what are the chances


Πόσος καιρός είναι που τα μάτια μου είναι διαρκώς θολά. Υγρά. Είναι στιγμές που ξέρω πως αν δεν κρατηθώ, θα αρχίσω να δακρύζω. Χωρίς να έχω αίσθηση του χώρου  ή της ώρας. Αρκεί να θυμηθώ κάτι, κάτι χαζό έστω. Σήμερα την ώρα που σε έψαχνα θυμήθηκα το πρώτο ραντεβού μας μπροστά στον Αγιο Διονύσιο.

Γιατί άνοιξα το στόμα μου, ακόμα δε κατάλαβα, ακόμα δεν έχω θυμηθεί την αφορμή. Τι είπες και ξέσπασα? Έχω βγει στη βεράντα και γράφω. Κάθομαι πίσω από τις καρέκλες που καθόμασταν, τις βλέπω άδειες, και στο βάθος την Αθήνα, τις μπουγάδες στις ταράτσες, τους ηλιακούς που τέτοια ώρα αστράφτουν, τις κεραίες, και ακόμα πιο πέρα το Αιγάλεω. Ο θόρυβος από την Ασκληπιού ακούγεται στο βάθος. Είναι εφτάμισυ, πάντα ήταν βράδυ όσες φορές είχαμε καθίσει μαζί. Εκεί στην άκρη, τα πόδια πάνω στα κάγκελα, σβηστά τα φώτα, μόνο η μουσική μέσα, και εμείς να μην μιλάμε.  Μόνο να διαβάζουμε ο ένας τις σκέψεις του άλλου, και γω να παρακαλώ να μείνεις. Θυμάμαι μια φορά, πρέπει να ήταν από τις τελευταίες, που σου έλεγα μείνε και γω θα κοιμηθώ στον καναπέ. Ποσό θέλω ακόμα να ξυπνήσω ένα πρωί μαζί σου. Πόσο θέλω ένα βράδυ να μην κοιμηθώ, μόνο να σε βλέπω όλη την νύχτα να κοιμάσαι, να αφουγκράζομαι την ανάσα σου. Να ακουμπάω το στέρνο μου στην πλάτη σου. Να νιώθω το δέρμα σου να είναι τα πόδια μας μπλεγμένα. Και το πρωί σαν θα ξυπνήσεις να γλιστρήσω μέσα σου, να γίνουμε ένα, και ύστερα να μπαίνω όλο και πιο άγρια όλο και πιο μέσα, μέχρι να κοπούν οι ανάσες μας, να ενωθεί ο ιδρώτας μας, τα κορμιά μας, να ενωθούμε εμείς την ώρα που θα βγαίνει ο ήλιος.

Ψάχνω τους δρόμους, τα bars, ψάχνω, χωρίς να ξέρω τι θα βρω. Χωρίς να ξέρω αν θα μου αρέσει αυτό που θα δω.
Φοβάμαι μη με δεις να ψάχνω.
Φοβάμαι μη σε συναντήσω και δεν μου μιλήσεις.
Φοβάμαι.

Θέλω να σε δω και να σε αγκαλιάσω, σφιχτά χωρίς να μιλάω, μόνο να κλαίω.
Να με αγκαλιάσεις και συ, πιο σφιχτά ακόμα.
Για ώρα πολλή.

Δε ξέρω τι θέλω να σου πω, δε ξέρω τι θέλω να σε ρωτήσω.
Φοβάμαι μην αρχίσω να σου κάνω και άλλες ερωτήσεις που θα κάνουν τα πράγματα χειρότερα.
Θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη, και ας ξέρω πως πρέπει εσύ πρώτος να το κάνεις. Πως είναι τόσα τα γιατί, πως έχει σπάσει σε τόσο πολλά κομμάτια το γυαλί που θέλει πολλή υπομονή και δεν ξέρω πια αν την έχω.

Θέλω όμως...
Θέλω...
Να με σφίξεις θέλω...
Σφιχτά...

Δε τους καταλαβαίνω τους ανθρώπους...
Μόνο στα βιβλία και τις ταινίες...
Γιατί μόνο εκεί απαντούν στα γιατί...
Μόνο εκεί...
Θέλω να μάθω τα γιατί σου, να σου πω τα δικά μου...
Φοβάμαι όμως...
Φοβάμαι...
Φοβάμαι πια τα πάντα...

Άρχισα να παίζω παιχνίδια με την ανάσα μου.

Έχω βάλει και παίζει το what are the chances της Αυγής. Συνέχεια, συνέχεια συνέχεια, τέταρτη φορά.
Δυο κοτσύφια κάθισαν στην άκρη στο κάγκελο, εκεί που περιμένουν οι καρέκλες μας και κελαηδούν.

Μόλις πήγα να σηκωθώ έφυγαν.

Φοβάμαι...

9.4.12

Once, if my memory serves me well...

Once, if my memory serves me well, my life was a banquet where every heart revealed itself, where every wine flowed.

One evening I took Beauty in my arms - and I thought her bitter - and I insulted her.

I steeled myself against justice.

I fled. O witches, O misery, O hate, my treasure was left in your care!

I have withered within me all human hope. With the silent leap of a sullen beast, I have downed and strangled every joy.

I have called for executioners; I want to perish chewing on their gun butts. I have called for plagues, to suffocate in sand and blood. Unhappiness has been my god. I have lain down in the mud, and dried myself off in the crime-infested air. I have played the fool to the point of madness.

And springtime brought me the frightful laugh of an idiot.

Now recently, when I found myself ready to croak! I thought to seek the key to the banquet of old, where I might find an appetite again.

That key is Charity. - This idea proves I was dreaming!

"You will stay a hyena, etc...," shouts the demon who once crowned me with such pretty poppies. "Seek death with all your desires, and all selfishness, and all the Seven Deadly Sins."

Ah! I've taken too much of that: - still, dear Satan, don't look so annoyed, I beg you! And while waiting for a few belated cowardices, since you value in a writer all lack of descriptive or didactic flair, I pass you these few foul pages from the diary of a Damned Soul.


Arthur Rimbaud

As translated by Paul Schmidt, and published in 1976 by Harper Colophon Books, Harper & Row

4.3.12

H Κυριακή 185

1265 μέρες.

180 Κυριακές

Πόσες από αυτές τις κυριακές σε είδα.

Πολλές δεν είναι. Μπορεί ούτε 30. Αν κάτσω να προσπαθήσω, θα τις θυμηθώ όλες, μια μια μάλλον.

Όλες για κάποιον λόγο τις θυμάμαι. Γλυκόπικρα πια.

Πιο πολύ αυτές τις δυο που είχαμε κάνει τις εκδρομές με το καινούριο μου αμάξι. Με βροχή κάτω στον Σχοινιά, μετά στο Καλέντζι στην Αρζεντίνα για φαγητό, στην Μέντα για καφέ και γλυκό και μετά στην βεράντα μου, όλα τα φώτα σβηστά, στις σεζλόνγκ να βλέπουμε τα φώτα στο βάθος, να μη μιλάμε πολύ, και όμως να είναι τόσο πολλά αυτά που υπήρχαν στον αέρα. Να σε βλέπω να βουρκώνεις και να μην ξέρω τι να σε κάνω.

Θυμάμαι και όσες δε σε είδα.

Γιατί ξύπναγες αργά, ή γιατί είχες κάτι κανονίσει και δεν προλάβαινες.

Η όσες δεν είχες διάθεση να βγεις και να δεις κανέναν. Όσες γύριζες αργά τη νύχτα την νύχτα από το Λονδίνο, και περίμενα πως και πως την Δευτέρα για να πάρεις.

30 μέρες τώρα σιωπή. Έχει αρχίσει να φτιάχνει ο καιρός, να μεγαλώνει η μέρα. Να δυσκολεύουν οι Κυριακές. Αλκοόλ έχω να πιω να πιω 30 μέρες. Τα χάπια δε μου κάνουν πια τίποτα.

Σήμερα βγήκα από νωρίς. Ήθελα τον ήλιο. Μου άρεσε που μου χάιδευε το πρόσωπο. Ότι θα ήθελα να είχες κάνει εσύ. Εκεί στο Θρούμπι. Σαν πέρσι που μου μίλαγες ώρες.

Αυτές τις χαζομάρες σου που μου άρεσε να ακούω.

Ξαφνικά είδα την πλάτη σου, να μπαίνεις στο Tailor Made. Είχες περάσει δίπλα μου. Κυριακή και σήμερα. Σαν αυτές που σε παρακαλούσα να βγούμε επειδή ήταν καλή η μέρα. Δε ξέρω με ποιους είχες να βρεθείς. Ήθελα να μάθω αλήθεια είναι.

Μέχρι να μπεις, βγήκες. Έφυγες προς τα πάνω. Δε γύρισες να κοιτάξεις αλλά με είδες, με έβλεπες που σε κοίταζα. Ήθελα να φωνάξω. Να τρέξω. Δε ξέρω για ποιο λόγο. Ήθελα απλά. Μετά πέτρωσαν τα ποδιά μου. Εκεί.

Πρέπει να ήταν η Κυριακή 185.

Η πιο πικρή από όλες?