Μέλυδρον
Στίχοι: Μάνος Ξυδούς
Μουσική: Μάνος Ξυδούς & Νίκος Σπυρόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Πυξ Λαξ
Θέλω να τρέξω να πετάξω να χαθώ
όμως φοβάμαι τι θα γίνει αν γυρίσω
τον εαυτό μου να γελάσω προσπαθώ
μα κάπου μέσα μου βαθειά δεν θα τον πείσω.
Αυτά σκεφτότανε τα βράδια στη δουλειά
κι η γκρίζα αύρα της γινότανε πιο μαύρη
θλιμμένα ναι, καλά ευχαριστώ
μα άλλο πράγμα τη τρυπάει και τη χαλάει..
Είναι ωραία η θάλασσα γιατί κινείται πάντα
κι αν έχεις βρει πολλές στεριές καμία δεν σ' αράζει
δώσ' μου για φιλοδώρημα τραγούδι με τη μπάντα
είναι ωραία η θάλασσα γιατί με σένα μοιάζει.
Άσε με άνθρωπε να κάνω ότι αισθάνομαι
βαρέθηκα για πράγματα σωστά να μου μιλάνε
πες μου μονάχα τι ποτό γεμίζει το ποτήρι σου
κι αν θέλεις περισσότερο εδώ δε σε κερνάνε.
Δε τελειώνει η ζωή σε μία άρνηση
κι αν έχεις άντερα την άρνηση ακολούθα
τι σε πειράζει αν σε δείχνουνε στο σπίτι σου
γιατί εφόρεσες ανάποδα τα ρούχα.
Είναι ωραία η θάλασσα γιατί κινείται πάντα
κι αν έχεις βρει πολλές στεριές καμία δεν σ' αράζει
δώσ' μου για φιλοδώρημα τραγούδι με τη μπάντα
είναι ωραία η θάλασσα γιατί με σένα μοιάζει.
21.5.08
Βάλτος
Η αυτοτιμωρία είναι μια πολύ ιδιόρρυθμη λέξη. Τιμωρώ τον εαυτό μου, για κάτι που έχω κάνει, ή που νομίζω ότι έχω κάνει. Σίγουρα δεν νομίζω ότι κανείς μπορεί με τον οποιοδήποτε τρόπο αυτοτιμωρίας να πάει μπροστά. Μόνο να βαλτώσει.
Και στην περίπτωσή μου δεν έχουμε σίγουρα να κάνουμε με αυτοτιμωρία. Με βάλτο ίσως, μα για άλλους τελείως λόγους. Όχι όμως με αυτοτιμωρία.
Αυτοτιμωρία θα ήταν αν κυνηγούσα να ξορκίσω τα φαντάσματα του παρελθόντος μου. Αυτοτιμωρία θα ήταν αν προσπαθούσα να εξιλεωθώ για πράγματα που έκανα, για καταστάσεις που δημιούργησα, για πληγές που προκάλεσα, και που συνέχισα να τις ξύνω και να τους ρίχνω αλάτι.
Εδώ όμως δε μιλάμε για παρελθόν, αλλά για μια κατάσταση υπαρκτή που κανείς δεν την ξεκίνησε ηθελημένα, αλλά κανείς κιόλας δεν προσπάθησε να την τελειώσει.
Το κάθε ένα από όλα τα μικρά γεγονότα, μπορεί να είναι από μόνο του τελείως ανούσιο και ανάξιο λόγου ίσως, όμως το κάθε ένα από αυτά τα γεγονότα, προξενεί αλυσιδωτές αντιδράσεις, πάντα διαφορετικές στο μυαλό του κάθε ανθρώπου, με μοναδικό αποτέλεσμα να οδηγεί κανείς την σκέψη του εκεί που ο ίδιος θέλει, συνεπικουρούμενος από τις "σοφές" γνώμες ανθρώπων που δεν έζησαν τις καταστάσεις τις ίδιες, που διασκεδάζουν από αυτά τα παιχνίδια, που ξέρουν τον ένα από τους δύο, ή ακόμη και στην περίπτωση που ξέρουν και τους δύο, επ'ουδενί δεν ξέρουν τι γίνεται μέσα στα μυαλά τους.
Άρα δεν νομίζω ότι μιλάμε για κανενός είδους αυτοτιμωρίας, ούτε κυριολεκτικά, ούτε μεταφορικά.
Μιλάμε για ανθρώπους, που ψάχνουν απαντήσεις, μιλάμε για ανθρώπους που έχουν συναισθήματα, για ανθρώπους που δεν φοβούνται να πονέσουν, που κοιτάνε μπροστά χωρίς να διαγράφουν το πίσω, για ανθρώπους που δεν φοβούνται να απογυμνώσουν την ψυχή τους, και που όταν το κάνουν δε το μετανιώνουν, που δεν φοβούνται να δώσουν και να δείξουν ό,τι κρύβουν μέσα τους, όπως κι αν λέγεται αυτό.
Σίγουρα δεν είναι όμως αυτοτιμωρία. Αυτοκαταστροφή μπορεί, αυτοτιμωρία όχι.
Μπορώ να σου πω πολλά πράγματα ακόμα που δεν είναι αυτοτιμωρία, και άλλα τόσα και ακόμα περισσότερα που είναι.
Όμως για μένα δεν είναι εκεί το θέμα.
Το θέμα είναι να στο να μπορείς να επικοινωνείς με τους ανθρώπους, να ζητάς αυτό που θέλεις, όπως ακριβώς το θέλεις, έχοντας ανθρώπους ζωντανούς, χειροπιαστούς. Να μην είσαι ταμπουρωμένος πίσω από την ασφάλεια μια οθόνης, την ασφάλεια ενός avatar. Να το ζητάς εσύ για σένα τον ίδιο, και να ξέρεις γιατί το ζητάς.
Βάλτος μπορεί και να είναι, αυτοτιμωρία όμως όχι.
Στον βάλτο όμως να ξέρεις, δε μπαίνει κανείς με την θέλησή του, αν δεν υπάρχει λόγος. Στο βάλτο θα βρεθείς μόνο αν κάποιος σε πετάξει, ή αν δεις κάποιον άλλον να είναι μέσα και σου φωνάζει ότι πνίγεται και αποφασίσεις εσύ να μπεις, για τους δικούς λόγους.
Μόλις βάλεις το ένα σου πόδι στον βάλτο, και νιώσεις την στέρεη γη να χάνεται, το στεγνό χώμα να εξαφανίζεται, τότε είναι που θα πρέπει να σκεφτείς αν θα μπεις πιο μέσα ή αν θα βγεις και θα γυρίσεις την πλάτη σου. Αν νοιάζεσαι για αυτόν που φώναζε, θα προσπαθήσεις να τον τραβήξεις μαζί σου έξω, ακόμα και αν εκείνος λέει σταμάτα να ασχολείσαι με το αν υφίσταμαι ή δεν υφίσταμαι.
Είναι κάτι που είναι πέρα από κάθε λογική και πέρα από κάθε συναίσθημα.
ΥΓ. Χρόνια σου πολλά μικρέ
Βγαίνοντας από την αυλή σου, κοίτα την μάντρα δεξιά σου.
Και να ξέρεις, πως ό,τι προκαλείς, στο τέλος της μέρας σίγουρα δεν είναι μόνο δικό σου, ειδικά αν το έχεις μοιραστεί.
Είναι κάτι που είναι πέρα από κάθε λογική και πέρα από κάθε συναίσθημα.
ΥΓ. Χρόνια σου πολλά μικρέ
Βγαίνοντας από την αυλή σου, κοίτα την μάντρα δεξιά σου.
Και να ξέρεις, πως ό,τι προκαλείς, στο τέλος της μέρας σίγουρα δεν είναι μόνο δικό σου, ειδικά αν το έχεις μοιραστεί.
18.5.08
ΕΚΘΕΣΗ ΜΕ ΘΕΜΑ "ΠΩΣ ΠΕΡΑΣΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΟΥ" ή ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ
Κυριακή πρωί 9.30.
Χτυπάει το τηλέφωνο.
Το βρίσκω μέσα στα σκεπάσματα. (Τις τελευταίες μέρες το έχω πάντα μαζί μου στο κρεββάτι, μη τυχόν και θελήσεις κάτι μέσα στη νύχτα)
Ήσουν εσύ.
Τι είναι σε ρωτάω τρομαγμένος.
Τίποτα γελάς από την άλλη την άλλη μεριά.
Τότε;
Ετοιμάσου
Γιατί;
Θα πάμε εκδρομή.
Που;
Θα δεις, θα σου αρέσει.
Σε 15 λεπτά είμαι έτοιμος και σε περιμένω.
Φτάνεις με το καινούριο αυτοκίνητο.
Άσπρο, λαμπερό, γυαλιστερό.
Προσπαθώ να καταλάβω αν λάμπεις εσύ ή το αυτοκίνητο πιο πολύ.
Μάλλον εσύ.
Μέχρι και τα αυτιά σου γελάνε.
Μπες γρήγορα.
Που πάμε;
Στο Σούνιο, αφού εκεί σου αρέσει.
Που το ήξερες;
Ξέρεις πόσες φορές μου το έχεις πει;
Άκου πως κορνάρει, άκου άκου!!
Κοίτα πως φαίνεται ο ουρανός από την ηλιοροφή
Σαν παιδί ανήμερα Χριστούγεννα με το καινούριο του παιχνίδι κάνεις
Και τι θα κάνουμε τόσο πρωί στο Σούνιο;
Έχει κρύο για να κολυμπίσουμε.
Θα δούμε.
Μεγάλη διαδρομή, αλλά τόσο όμορφη, και αυτή την φορά, πιο όμορφη από όλες τις άλλες.
Θέλεις να καθίσουμε στην θάλασσα, ή να πάμε πρώτα στις κολώνες;
Στη θάλασσα θέλω, είπα. Ξέρω ένα μικρό λιμανάκι που μάλλον δε θα έχει κόσμο.
Φτάσαμε. Κατεβήκαμε και όντως ήμασταν ολομόναχοι.
Βγάλαμε τα παπούτσια, και ξαπλώσαμε όσο πιο κοντά στο νερό γινόταν.
Να βρέχονται τα πόδια μας.
Δίπλα, δίπλα.
Και μετά άρχισες να μιλάς, συνέχεια.
Δεν έβαζες γλώσσα μέσα.
Έλεγες για τα πάντα. Τις μουσικές σου, τις ζωγραφιές σου, τα φυτά σου, το χώμα, το σιτάρι,
το αυτοκίνητο.
Μίλαγες συνέχεια και έλαμπες, εσύ κι ήλιος από πάνω σου.
Μετά άρχισες να λες για τα ταξίδια που θες να κάνεις.
Σου υποσχέθηκα να σε πάω στην Σικελία. Σύντομα.
Όλη αυτή την ώρα που μίλαγες, είχες τα μάτια ανοιχτά και κοίταζες τον ήλιο.
Δεν ξέρω ποιός έλαμπε πιο πολύ.
Εγώ είχα γυρίσει στο πλάι και σε κοίταζα, δεν ήθελα να μιλήσω καθόλου.
Πρώτη φορά μίλαγες τόσο πολύ, και έλεγες μόνο για χαρούμενα πράγματα, και για σχέδια για το μέλλον
Ούτε αρρώστιες, ούτε καβγάδες, τίποτα.
Φοβόμουν να σε σταματήσω,μη τυχόν και θυμηθείς.
Ξάφνου σηκώθηκες και άρχισες να με βρέχεις. Δεν κουνήθηκα.
Έλα βρέξε με και συ.
Βρέχαμε ο ένας τον άλλον σαν πεντάχρονα, και γέλαγες συνέχεια.
Ξαναξαπλώσαμε να στεγνώσουμε. Πήγα να ανάψω τσιγάρο, ήταν μούσκεμα.
Και τα δικά σου το ίδιo.
Δεν πειράζει, θα το κόψουμε σήμερα, είπες, και σηκώθηκες.
Πάμε στις κολώνες, και άρχισες να τρέχεις. Πιάσε με, πιάσε με.
Με τα πόδια μου είπες θα πάμε.
Και συνέχισες να τρέχεις.
Όταν φτάσαμε, πήγες και κάθησες άκρη άκρη κοντά στο γκρεμό.
Ήρθα και κάθησα δυο μέτρα πιο πίσω.
Μη φοβάσαι, έλα δίπλα μου.
Δεν θέλω, προτιμώ να σε βλέπω.
Εσένα και την θάλασσα. Μαζί.
Και ήταν η πιο όμορφη Κυριακή.
ΟΜΩΣ δεν έγινε έτσι....
Είναι 9.30 το πρωί και ξυπνάω από τους πόνους.
Πλέον έχει μελανιάσει όλη η αριστερή μου πλευρά από το πέσιμο.
Έχει περάσει πάνω από ένα εικοσιτετράωρο, και εξακολουθώ να μην θυμάμαι τίποτα.
Προσπαθώ να ξαναφέρω το βράδυ της Παρασκευής στο μυαλό μου, και όμως το μόνο
που υπάρχει είναι κενό, και κάποια σκόρπια κομματάκια από ό,τι μου περιέγραψαν το Σάββατο.
Μα δε θυμάσαι τίποτα;
Πολύ λίγα πράγματα.
Ότι σε κρατάγαμε να μην πας;
Όχι.
Ότι βγήκες έξω;
Ναι.
Τι έλεγες, τι σου είπε;
Όχι, όχι, τίποτα.
Το χέρι σου που το έκοψες;
Δεν θυμάμαι.
Μου φαίνεται ότι τον χτύπησα, αλλά δεν είμαι και σίγουρος.
Κάτι για τον Προυστ θυμάμαι, κάτι για παϊδάκια μάλλον.
Δεν μπορώ να θυμηθώ.
Μετά πριν φύγεις που λες πάω να τον βρίσω και φεύγω....;
Ότι εσύ του έλεγες κάτι, και αυτός γέλαγε...;
Όχι
Τίποτα.
Που έπεσες, πως έπεσες;
Στο σπίτι, αλλά δεν θυμάμαι πιο πολύ.
Κυριακή όλη μέρα στο κρεββάτι να προσπαθώ να βρω πως να πονάω λιγότερο.
Και πως θα καταφέρω να κοιμηθώ.
Μόλις με έπαιρνε ο ύπνος, άρχιζε να σηκώνεται το κρεββάτι και να χαμηλώνει το ταβάνι.
Και πάλι να ξυπνάω, και να προσπαθώ να θυμηθώ.
Μάταιο.
Το μόνο που θυμάμαι σίγουρα είναι ότι χθες ζήτησα συγγνώμη.
Και είχα και το θράσος να του ζητήσω να το ξεχάσει αυτό που έγινε.
Και είπε ότι έτσι κι αλλιώς δεν έχει νόημα.
Δεν κατάλαβα τι εννοούσε, και ντράπηκα και φοβήθηκα να ρωτήσω.
Κυριακή αργά το απόγευμα αποφασίζω ότι πρέπει να σηκωθώ όσο και αν πονάω.
Πάνω στο γραφείο βρίσκω το δεύτερο εισιτήριο, ολόκληρο.
Τελικά απορώ ώρες ώρες, αν υπάρχει κάτι που να έχει νόημα.
Χτυπάει το τηλέφωνο.
Το βρίσκω μέσα στα σκεπάσματα. (Τις τελευταίες μέρες το έχω πάντα μαζί μου στο κρεββάτι, μη τυχόν και θελήσεις κάτι μέσα στη νύχτα)
Ήσουν εσύ.
Τι είναι σε ρωτάω τρομαγμένος.
Τίποτα γελάς από την άλλη την άλλη μεριά.
Τότε;
Ετοιμάσου
Γιατί;
Θα πάμε εκδρομή.
Που;
Θα δεις, θα σου αρέσει.
Σε 15 λεπτά είμαι έτοιμος και σε περιμένω.
Φτάνεις με το καινούριο αυτοκίνητο.
Άσπρο, λαμπερό, γυαλιστερό.
Προσπαθώ να καταλάβω αν λάμπεις εσύ ή το αυτοκίνητο πιο πολύ.
Μάλλον εσύ.
Μέχρι και τα αυτιά σου γελάνε.
Μπες γρήγορα.
Που πάμε;
Στο Σούνιο, αφού εκεί σου αρέσει.
Που το ήξερες;
Ξέρεις πόσες φορές μου το έχεις πει;
Άκου πως κορνάρει, άκου άκου!!
Κοίτα πως φαίνεται ο ουρανός από την ηλιοροφή
Σαν παιδί ανήμερα Χριστούγεννα με το καινούριο του παιχνίδι κάνεις
Και τι θα κάνουμε τόσο πρωί στο Σούνιο;
Έχει κρύο για να κολυμπίσουμε.
Θα δούμε.
Μεγάλη διαδρομή, αλλά τόσο όμορφη, και αυτή την φορά, πιο όμορφη από όλες τις άλλες.
Θέλεις να καθίσουμε στην θάλασσα, ή να πάμε πρώτα στις κολώνες;
Στη θάλασσα θέλω, είπα. Ξέρω ένα μικρό λιμανάκι που μάλλον δε θα έχει κόσμο.
Φτάσαμε. Κατεβήκαμε και όντως ήμασταν ολομόναχοι.
Βγάλαμε τα παπούτσια, και ξαπλώσαμε όσο πιο κοντά στο νερό γινόταν.
Να βρέχονται τα πόδια μας.
Δίπλα, δίπλα.
Και μετά άρχισες να μιλάς, συνέχεια.
Δεν έβαζες γλώσσα μέσα.
Έλεγες για τα πάντα. Τις μουσικές σου, τις ζωγραφιές σου, τα φυτά σου, το χώμα, το σιτάρι,
το αυτοκίνητο.
Μίλαγες συνέχεια και έλαμπες, εσύ κι ήλιος από πάνω σου.
Μετά άρχισες να λες για τα ταξίδια που θες να κάνεις.
Σου υποσχέθηκα να σε πάω στην Σικελία. Σύντομα.
Όλη αυτή την ώρα που μίλαγες, είχες τα μάτια ανοιχτά και κοίταζες τον ήλιο.
Δεν ξέρω ποιός έλαμπε πιο πολύ.
Εγώ είχα γυρίσει στο πλάι και σε κοίταζα, δεν ήθελα να μιλήσω καθόλου.
Πρώτη φορά μίλαγες τόσο πολύ, και έλεγες μόνο για χαρούμενα πράγματα, και για σχέδια για το μέλλον
Ούτε αρρώστιες, ούτε καβγάδες, τίποτα.
Φοβόμουν να σε σταματήσω,μη τυχόν και θυμηθείς.
Ξάφνου σηκώθηκες και άρχισες να με βρέχεις. Δεν κουνήθηκα.
Έλα βρέξε με και συ.
Βρέχαμε ο ένας τον άλλον σαν πεντάχρονα, και γέλαγες συνέχεια.
Ξαναξαπλώσαμε να στεγνώσουμε. Πήγα να ανάψω τσιγάρο, ήταν μούσκεμα.
Και τα δικά σου το ίδιo.
Δεν πειράζει, θα το κόψουμε σήμερα, είπες, και σηκώθηκες.
Πάμε στις κολώνες, και άρχισες να τρέχεις. Πιάσε με, πιάσε με.
Με τα πόδια μου είπες θα πάμε.
Και συνέχισες να τρέχεις.
Όταν φτάσαμε, πήγες και κάθησες άκρη άκρη κοντά στο γκρεμό.
Ήρθα και κάθησα δυο μέτρα πιο πίσω.
Μη φοβάσαι, έλα δίπλα μου.
Δεν θέλω, προτιμώ να σε βλέπω.
Εσένα και την θάλασσα. Μαζί.
Και ήταν η πιο όμορφη Κυριακή.
ΟΜΩΣ δεν έγινε έτσι....
Είναι 9.30 το πρωί και ξυπνάω από τους πόνους.
Πλέον έχει μελανιάσει όλη η αριστερή μου πλευρά από το πέσιμο.
Έχει περάσει πάνω από ένα εικοσιτετράωρο, και εξακολουθώ να μην θυμάμαι τίποτα.
Προσπαθώ να ξαναφέρω το βράδυ της Παρασκευής στο μυαλό μου, και όμως το μόνο
που υπάρχει είναι κενό, και κάποια σκόρπια κομματάκια από ό,τι μου περιέγραψαν το Σάββατο.
Μα δε θυμάσαι τίποτα;
Πολύ λίγα πράγματα.
Ότι σε κρατάγαμε να μην πας;
Όχι.
Ότι βγήκες έξω;
Ναι.
Τι έλεγες, τι σου είπε;
Όχι, όχι, τίποτα.
Το χέρι σου που το έκοψες;
Δεν θυμάμαι.
Μου φαίνεται ότι τον χτύπησα, αλλά δεν είμαι και σίγουρος.
Κάτι για τον Προυστ θυμάμαι, κάτι για παϊδάκια μάλλον.
Δεν μπορώ να θυμηθώ.
Μετά πριν φύγεις που λες πάω να τον βρίσω και φεύγω....;
Ότι εσύ του έλεγες κάτι, και αυτός γέλαγε...;
Όχι
Τίποτα.
Που έπεσες, πως έπεσες;
Στο σπίτι, αλλά δεν θυμάμαι πιο πολύ.
Κυριακή όλη μέρα στο κρεββάτι να προσπαθώ να βρω πως να πονάω λιγότερο.
Και πως θα καταφέρω να κοιμηθώ.
Μόλις με έπαιρνε ο ύπνος, άρχιζε να σηκώνεται το κρεββάτι και να χαμηλώνει το ταβάνι.
Και πάλι να ξυπνάω, και να προσπαθώ να θυμηθώ.
Μάταιο.
Το μόνο που θυμάμαι σίγουρα είναι ότι χθες ζήτησα συγγνώμη.
Και είχα και το θράσος να του ζητήσω να το ξεχάσει αυτό που έγινε.
Και είπε ότι έτσι κι αλλιώς δεν έχει νόημα.
Δεν κατάλαβα τι εννοούσε, και ντράπηκα και φοβήθηκα να ρωτήσω.
Κυριακή αργά το απόγευμα αποφασίζω ότι πρέπει να σηκωθώ όσο και αν πονάω.
Πάνω στο γραφείο βρίσκω το δεύτερο εισιτήριο, ολόκληρο.
Τελικά απορώ ώρες ώρες, αν υπάρχει κάτι που να έχει νόημα.
16.5.08
Δυο πράσινες λίμνες και μια τριανταφυλλιά (2ο μέρος)
Εικοσιτέσσερεις ώρες μετά, ένα καλησπέρα.
Ένα άλλο αγόρι, αυτό που διάλεξε την τριανταφυλλιά.
Είναι υστερικό. Προσπαθεί να σταματήσει να είναι.
Ένα καλησπέρα.
Χωρίς απάντηση, από την άλλη μεριά της οθόνης.
Δεν ήθελε τίποτα.
Μόνο να μάθει αν ο μικρός, πονούσε ακόμα...
Και αν ήταν εντάξει η τριανταφυλλιά.
Μόνο αυτό
Ντύθηκε. Ντύθηκε ζεστά, γιατί κρύωνε πολύ, και ας κόντευε καλοκαίρι.
Πήγε στην Πειραιώς. Ψάχνει μέρες τώρα μια καμηλοπάρδαλη.
Μα είναι μεγάλη η Αθήνα.
Και το βράδυ είναι και παγωμένη, και ας έχει τόσα φώτα, τόση φασαρία.
Δυο κάρβουνα, μικρά είναι η αλήθεια, προσπαθούν να βρουν την καμηλοπάρδαλη,
να μείνουν αναμμένα, κι ας είναι μούσκεμα τόση ώρα.
Βρήκε μια μισογκρεμισμένη μάντρα.
Ανέβηκε.
Προσπάθησε να φωνάξει, μπας και ελευθερωθεί.
Μπας και με τις φωνές καταφέρει και ελευθερώσει το αγόρι το άλλο, από τους φύλακες,
μπας και διώξει τα φαντάσματα,
και τους κόλακες μακριά και τους υστερικούς.
Και αν φύγει και εκείνος από τις φωνές του.
Θα βρει το δρόμο για να γυρίσει, γιατί είναι πεισματάρης.
Ήθελε να σκίσει τα πνευμόνια του, από την δύναμη της φωνής,
να τα κάνει να ματώσουν.
Δεν τα κατάφερε. Δεν ακούστηκε τίποτα.
Πήρε να γυρίζει.
Γρήγορα.
Σχεδόν έτρεχε, και ήταν δρόμος πολύς.
Έπρεπε να βιαστεί όμως πριν σβήσουν τα κάρβουνα τελείως.
Έπρεπε να βιαστεί μπας και το άλλο αγόρι, ήταν στην οθόνη,
μπας και είχε πει καλησπέρα.
Δεν είχε πει τίποτα όμως.
Γιατί δεν ακούει κανένα και τίποτα;
Δεν ξέρω.
Το μόνο που ξέρω είναι ότι δεν θέλει να βλέπει τις δυο πράσινες λίμνες να είναι φουρτουνιασμένες.
Και να βρει την καμηλοπάρδαλη.
Γρήγορα, όσο πιο γρήγορα γίνεται…
Ένα άλλο αγόρι, αυτό που διάλεξε την τριανταφυλλιά.
Είναι υστερικό. Προσπαθεί να σταματήσει να είναι.
Ένα καλησπέρα.
Χωρίς απάντηση, από την άλλη μεριά της οθόνης.
Δεν ήθελε τίποτα.
Μόνο να μάθει αν ο μικρός, πονούσε ακόμα...
Και αν ήταν εντάξει η τριανταφυλλιά.
Μόνο αυτό
Ντύθηκε. Ντύθηκε ζεστά, γιατί κρύωνε πολύ, και ας κόντευε καλοκαίρι.
Πήγε στην Πειραιώς. Ψάχνει μέρες τώρα μια καμηλοπάρδαλη.
Μα είναι μεγάλη η Αθήνα.
Και το βράδυ είναι και παγωμένη, και ας έχει τόσα φώτα, τόση φασαρία.
Δυο κάρβουνα, μικρά είναι η αλήθεια, προσπαθούν να βρουν την καμηλοπάρδαλη,
να μείνουν αναμμένα, κι ας είναι μούσκεμα τόση ώρα.
Βρήκε μια μισογκρεμισμένη μάντρα.
Ανέβηκε.
Προσπάθησε να φωνάξει, μπας και ελευθερωθεί.
Μπας και με τις φωνές καταφέρει και ελευθερώσει το αγόρι το άλλο, από τους φύλακες,
μπας και διώξει τα φαντάσματα,
και τους κόλακες μακριά και τους υστερικούς.
Και αν φύγει και εκείνος από τις φωνές του.
Θα βρει το δρόμο για να γυρίσει, γιατί είναι πεισματάρης.
Ήθελε να σκίσει τα πνευμόνια του, από την δύναμη της φωνής,
να τα κάνει να ματώσουν.
Δεν τα κατάφερε. Δεν ακούστηκε τίποτα.
Πήρε να γυρίζει.
Γρήγορα.
Σχεδόν έτρεχε, και ήταν δρόμος πολύς.
Έπρεπε να βιαστεί όμως πριν σβήσουν τα κάρβουνα τελείως.
Έπρεπε να βιαστεί μπας και το άλλο αγόρι, ήταν στην οθόνη,
μπας και είχε πει καλησπέρα.
Δεν είχε πει τίποτα όμως.
Γιατί δεν ακούει κανένα και τίποτα;
Δεν ξέρω.
Το μόνο που ξέρω είναι ότι δεν θέλει να βλέπει τις δυο πράσινες λίμνες να είναι φουρτουνιασμένες.
Και να βρει την καμηλοπάρδαλη.
Γρήγορα, όσο πιο γρήγορα γίνεται…
Ο ΕΡΥΘΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΟΥ

Πολύ καιρό τώρα προσπαθώ να καταλάβω με ποιον έχω να κάνω, ίσως γιατί μου αρέσει αυτή η διαδικασία όλη, ίσως γιατί μέσα από αυτό μαθαίνω τον εαυτό μου, κάθε μέρα λίγο και περισσότερο, ίσως για χίλιους δυο άλλους λόγους.
Τις τελευταίες βδομάδες προσπαθώ να μάθω ποιον έχω απέναντι μου, μέσα από δυο blogs, αλλά δεν ξέρω πόσο εύκολο είναι να προσπαθείς να φτιάξεις ένα παζλ, με τόσο πολλά ανακατεμένα κομματάκια, και χωρίς καν να έχεις μπροστά σου την εικόνα που πρέπει να σου φανερωθεί στο τέλος. Και έχεις μπροστά σου κομμάτια με εικόνες ζωντανές, με ήχους να παίζουν στο βάθος, αλλά όλα θαμπά και αόριστα.
Μέρες τώρα τα διαβάζω και δυο, και όλα τα σχόλια, ευλαβικά, γιατί αισθάνομαι πως μπαίνω “ακάλεστος” κατά μια έννοια στην ζωή ενός ανθρώπου που δεν ξέρω τίποτα εκτός από το όνομα του και την εικόνα του, και στην ζωή ενός ανθρώπου, που μοιράστηκε κάποιες από τις στιγμές της αγωνίας του μαζί μου, και από εκείνη την στιγμή που το έκανε, πάνε πολλοί μήνες τώρα, αισθάνθηκα περίεργα.
Να ξέρεις ότι όλα αρχίζουν και όλα καταλήγουν κάπου, μπορεί να μη ξέρω για ποιο λόγο γίνονται, να μην ξέρει κανείς για ποιον λόγο γίνονται, πάντως σίγουρα έχουν αρχή και τέλος. Και ένα κύκλος μπορεί σαφώς να βάζει κάποιον σε μια διαρκή τροχιά, όμως αρκεί μια στιγμή μόνο, για να εκτροχιαστεί κανείς και να σταματήσει να είναι εγκλωβισμένος.
Να τον αλλάξεις τον εαυτό σου, το μπορείς, το χρωστάς σε σένα τον ίδιο πάνω από όλα.
Πρέπει να το θελήσεις κιόλας, να το πιστέψεις, και να αφήσεις και αυτούς που θέλουν να προσπαθήσουν, να το δοκιμάσουν.
Όλα αυτά που λέω, μπορεί να ακούγονται πολύ ουτοπιστικά, όμως αν δεν δοκιμάσεις δεν θα μάθεις.
Τι θες και μπλέκεσαι θα μου πουν όλοι οι σώφρονες φίλοι μου. Τι να κάνω όμως; Βρέθηκες στο δρόμο μου, και μου έδωσες την εντύπωση ότι κρέμεσαι στο κενό και κρατιέσαι με το ένα χέρι.
Τι εναλλακτικές είχα;
Τρεις.
Να προσπεράσω,
να σε σπρώξω να τελειώνεις μια ώρα αρχίτερα,
και να δοκιμάσω να σε τραβήξω.
Το τρίτο διαλέγω, είτε αυτό λέγεται μια βόλτα, είτε δυο εισιτήρια για μια συναυλία, είτε με το να γκρινιάζω κάθε μέρα, είτε ό,τι άλλο είναι που περνάει από το χέρι μου.
Όταν κάποτε ήμουν στην ίδια με σένα θέση, ο άνθρωπος που περίμενα να με τραβήξει δε το έκανε, αντίθετα με κλωτσούσε πιο δυνατά, κάθε μέρα, να πάω μια αρχιτερα, και γω σαν χαζός δεν άφηνα κανέναν άλλο να με τραβήξει. Χρόνια μετά αισθάνομαι πολύ τυχερός που υπήρχαν κάποιοι πεισματάρηδες που επέμειναν παρά τις διαμαρτυρίες τις δικές μου.
Τις τελευταίες βδομάδες προσπαθώ να μάθω ποιον έχω απέναντι μου, μέσα από δυο blogs, αλλά δεν ξέρω πόσο εύκολο είναι να προσπαθείς να φτιάξεις ένα παζλ, με τόσο πολλά ανακατεμένα κομματάκια, και χωρίς καν να έχεις μπροστά σου την εικόνα που πρέπει να σου φανερωθεί στο τέλος. Και έχεις μπροστά σου κομμάτια με εικόνες ζωντανές, με ήχους να παίζουν στο βάθος, αλλά όλα θαμπά και αόριστα.
Μέρες τώρα τα διαβάζω και δυο, και όλα τα σχόλια, ευλαβικά, γιατί αισθάνομαι πως μπαίνω “ακάλεστος” κατά μια έννοια στην ζωή ενός ανθρώπου που δεν ξέρω τίποτα εκτός από το όνομα του και την εικόνα του, και στην ζωή ενός ανθρώπου, που μοιράστηκε κάποιες από τις στιγμές της αγωνίας του μαζί μου, και από εκείνη την στιγμή που το έκανε, πάνε πολλοί μήνες τώρα, αισθάνθηκα περίεργα.
Να ξέρεις ότι όλα αρχίζουν και όλα καταλήγουν κάπου, μπορεί να μη ξέρω για ποιο λόγο γίνονται, να μην ξέρει κανείς για ποιον λόγο γίνονται, πάντως σίγουρα έχουν αρχή και τέλος. Και ένα κύκλος μπορεί σαφώς να βάζει κάποιον σε μια διαρκή τροχιά, όμως αρκεί μια στιγμή μόνο, για να εκτροχιαστεί κανείς και να σταματήσει να είναι εγκλωβισμένος.
Να τον αλλάξεις τον εαυτό σου, το μπορείς, το χρωστάς σε σένα τον ίδιο πάνω από όλα.
Πρέπει να το θελήσεις κιόλας, να το πιστέψεις, και να αφήσεις και αυτούς που θέλουν να προσπαθήσουν, να το δοκιμάσουν.
Όλα αυτά που λέω, μπορεί να ακούγονται πολύ ουτοπιστικά, όμως αν δεν δοκιμάσεις δεν θα μάθεις.
Τι θες και μπλέκεσαι θα μου πουν όλοι οι σώφρονες φίλοι μου. Τι να κάνω όμως; Βρέθηκες στο δρόμο μου, και μου έδωσες την εντύπωση ότι κρέμεσαι στο κενό και κρατιέσαι με το ένα χέρι.
Τι εναλλακτικές είχα;
Τρεις.
Να προσπεράσω,
να σε σπρώξω να τελειώνεις μια ώρα αρχίτερα,
και να δοκιμάσω να σε τραβήξω.
Το τρίτο διαλέγω, είτε αυτό λέγεται μια βόλτα, είτε δυο εισιτήρια για μια συναυλία, είτε με το να γκρινιάζω κάθε μέρα, είτε ό,τι άλλο είναι που περνάει από το χέρι μου.
Όταν κάποτε ήμουν στην ίδια με σένα θέση, ο άνθρωπος που περίμενα να με τραβήξει δε το έκανε, αντίθετα με κλωτσούσε πιο δυνατά, κάθε μέρα, να πάω μια αρχιτερα, και γω σαν χαζός δεν άφηνα κανέναν άλλο να με τραβήξει. Χρόνια μετά αισθάνομαι πολύ τυχερός που υπήρχαν κάποιοι πεισματάρηδες που επέμειναν παρά τις διαμαρτυρίες τις δικές μου.
13.5.08
Να θυμάσαι
"Ο κόσμος βρίσκεται στα χέρια εκείνων
που έχουν το κουράγιο να ονειρεύονται
και που παίρνουν το ρίσκο να ζουν το όνειρό τους
- ο καθένας ανάλογα με το ταλέντο του"
ΟΙ ΒΑΛΚΥΡΙΕΣ
PAULO COELHO
12.5.08
Δυο πράσινες λίμνες και μια τριανταφυλλιά
Στις 10 και τέταρτο, στην γέφυρα.
Εντάξει. Όχι εκεί όμως. Πιο πάνω. Στη γωνία.
Φτάνει πρώτο.
Περιμένει. Χαϊδεύει ξένα φυτά.
Δυο πράσινες λίμνες, φουσκωμένες, σαν μετά από καταιγίδα, έτοιμες να ξεχειλίσουν.
Δυο χείλια να τρέμουν.
Δυο γροθιές σφιγμένες, σαν να θέλει να τις ματώσει μόνος, με τα ίδια του τα νύχια.
Ένα αγόρι. Αλλιώτικο. Διαφορετικό. Ξεχωριστό. Αλλόκοτο;
250 υστερικοί. Τους 245, τους διάλεξε. Τους 5 τους βρήκε.
10 κόλακες.
Δυο φαντάσματα που στοιχειώνουν μέρες και νύχτες, χρόνια τώρα....
Ένας καινούριος υστερικός.
Δυο φύλακες. Σκληροί μα θα τους λείψει σαν ελευθερωθεί...., και θα του λείπουν σαν φύγει.
Ένα δωμάτιο φυλακή.
Ερμητικά κλειστό, μέχρι κι οι χαραμάδες.
Μα έχει ένα μπαλκόνι, με ζωή, κι ας μην βλέπει κανείς τον έξω κόσμο από κει.
Μια οθόνη για επικοινωνία, " πλασματική ".
Μπύρες. Τσιγάρα.
Σαρκασμός - άμυνα
Λόγια πικρά πολλές φορές - και αυτά άμυνα
Λίγοι, πόσο λίγοι δεν ξέρω, σίγουρα ξέρω για τον καινούριο υστερικό,
να προσπαθούν με νύχια και με δόντια, να ανοίξουν μια τρύπα να μπει φως στη φυλακή,
και να την μεγαλώσουν την τρύπα μετά, να βγει το αγόρι.
Το αγόρι φοβάται.
Τι...;
Κανείς δεν ξέρει.
Όλα τα παραπάνω...
Μια τριανταφυλλιά από την Αθηνάς, άλλαξε χώμα χθες βράδι.
Πήγε σε ένα μπαλκόνι, που σίγουρα θα περνάει πιο καλά.
Όταν την διάλεξα, ήξερα σε τι χέρια την εμπιστευόμουν.
Μην ξεχνάς να την χαϊδεύεις και για λογαριασμό μου.
Εντάξει. Όχι εκεί όμως. Πιο πάνω. Στη γωνία.
Φτάνει πρώτο.
Περιμένει. Χαϊδεύει ξένα φυτά.
Δυο πράσινες λίμνες, φουσκωμένες, σαν μετά από καταιγίδα, έτοιμες να ξεχειλίσουν.
Δυο χείλια να τρέμουν.
Δυο γροθιές σφιγμένες, σαν να θέλει να τις ματώσει μόνος, με τα ίδια του τα νύχια.
Ένα αγόρι. Αλλιώτικο. Διαφορετικό. Ξεχωριστό. Αλλόκοτο;
250 υστερικοί. Τους 245, τους διάλεξε. Τους 5 τους βρήκε.
10 κόλακες.
Δυο φαντάσματα που στοιχειώνουν μέρες και νύχτες, χρόνια τώρα....
Ένας καινούριος υστερικός.
Δυο φύλακες. Σκληροί μα θα τους λείψει σαν ελευθερωθεί...., και θα του λείπουν σαν φύγει.
Ένα δωμάτιο φυλακή.
Ερμητικά κλειστό, μέχρι κι οι χαραμάδες.
Μα έχει ένα μπαλκόνι, με ζωή, κι ας μην βλέπει κανείς τον έξω κόσμο από κει.
Μια οθόνη για επικοινωνία, " πλασματική ".
Μπύρες. Τσιγάρα.
Σαρκασμός - άμυνα
Λόγια πικρά πολλές φορές - και αυτά άμυνα
Λίγοι, πόσο λίγοι δεν ξέρω, σίγουρα ξέρω για τον καινούριο υστερικό,
να προσπαθούν με νύχια και με δόντια, να ανοίξουν μια τρύπα να μπει φως στη φυλακή,
και να την μεγαλώσουν την τρύπα μετά, να βγει το αγόρι.
Το αγόρι φοβάται.
Τι...;
Κανείς δεν ξέρει.
Όλα τα παραπάνω...
Μια τριανταφυλλιά από την Αθηνάς, άλλαξε χώμα χθες βράδι.
Πήγε σε ένα μπαλκόνι, που σίγουρα θα περνάει πιο καλά.
Όταν την διάλεξα, ήξερα σε τι χέρια την εμπιστευόμουν.
Μην ξεχνάς να την χαϊδεύεις και για λογαριασμό μου.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)